CLICK HERE FOR THOUSANDS OF FREE BLOGGER TEMPLATES »

Παρασκευή, Αυγούστου 01, 2008

Ένα παραμύθι απο την ΑΧΤΙΔΑ!



Η ΒΑΣΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΑΤΑΧΤΟ ΣΚΥΛΑΚΙ

Η Βάσια ξύπνησε σήμερα χαρούμενη γεμάτη ανυπομονησία να πάει στη γιαγιά της μετά το σχολείο γιατί την περίμενε μία έκπληξη που την ονειρευόταν καιρό! Η γιαγιά της είπε στο τηλέφωνο ότι σήμερα θα ερχότανε από την κτηνίατρο το σκυλάκι που είχε ζητήσει σαν δώρο ,θα έμενε με τη γιαγιά και το παππού της γιατί το ήθελαν για παρέα, όμως θα ήταν δικό της και θα του έδινε εκείνη όνομα!

Η μέρα στο σχολείο της φάνηκε ατελείωτη

και όταν το μεσημέρι το σχολικό την άφησε στη στάση, αντίκρισε τη γιαγιά της χαμογελαστή να την υποδέχεται και να της βάζει στην αγκαλιά της ένα μικρό μαλλιαρό μπαλάκι !

Ένοιωσε μια γλυκιά τρυφερότητα να της γεμίζει τη καρδιά, Θεέ μου πόσο όμορφο ήταν! Δύο έξυπνα καφέ ματάκια, μια μυτούλα σαν κουμπάκι και τρίχωμα πυκνό , χρυσοκαφέ με σχεδόν ξανθές ανταύγειες

.-Θα το ονομάσω Κλώντη, κοριτσάκι δεν είναι γιαγιά; είπε η Βάσια !

Η γιαγιά χαμογέλασε και αγκάλιασε τρυφερά την εγγονή της.

-Αυτή λοιπόν θα είναι η Κλώντη μας Βάσια μου, θα σ’αγαπήσει όσο πολύ θα την αγαπήσεις κι εσύ και θα σου δώσει περισσότερο από ότι θα της προσφέρεις, μα πάνω απ’ όλα θα είναι το σκυλάκι σου!

Έτσι ήρθε η Κλώντη στη σπίτι και τα δωμάτια από τότε γέμισαν παντόφλες μισοφαγωμένες, μπάλες, κάλτσες που η Κλώντη έκλεβε με κάθε ευκαιρία από τα παπούτσια, μα το κυριότερο ήταν ότι καρδιοχτυπούσαν μήπως την πατήσουν καθώς μπερδευόταν μέσα στα πόδια τους για να παίξει..!

Η γιαγιά βρήκε τη λύση, της έβαλε ένα κουδουνάκι για να την ακούνε και η Κλώντη άρχισε να χοροπηδά και να προσπαθεί να το βγάλει, μάταια όμως.Τι ζημιές έκανε δεν μπορείτε να το φανταστείτε. Ακούραστη έτρεχε συνέχεια, έτρωγε ότι αντικείμενο έβρισκε μπροστά της μα το πιο αστείο ήταν όταν κατάπιε ένα μικρό κουβαράκι και της το τραβούσαμε από το στόμα ξετυλίγοντας το η τότε που χώθηκε μέσα στη μπότα της γιαγιάς και είδαμε και πάθαμε για να τη βγάλουμε!

Ήταν πραγματικά ένα ζημιάρικο σκυλάκι τελικά, μα ήταν τόσο γλυκό όταν σε κοίταζε, πόσο δίκιο είχε η γιαγιά, Από το σκυλάκι της η Βάσια έμαθε τόσα πολλά, έμαθε για παράδειγμα ότι τα σκυλιά ζούνε 15 χρόνια μόνο και ότι ένας χρόνος της ζωής τους ήταν 7 ανθρώπινα, δηλαδή ,έκανε τον υπολογισμό και βρήκε ότι η Κλώντη ήταν σαν ένα παιδάκι 3 ετών!

-Τώρα Βάσια καταλαβαίνεις γιατί κάνει τόσες ζημιές ,είπε η γιαγιά! Η απάντηση ήρθε από ένα δυνατό θόρυβο που έκανε το βάζο σπάζοντας στο πάτωμα. Προφανώς η Κλώντη προσπάθησε να μασουλίσει ένα παράξενο γι’ αυτήν λουλούδι που ήταν μέσα σ’ αυτό τώρα τρόμαξε κι’ αυτή από τη ζημιά της και κλαψουρίζοντας χώθηκε κάτω από το καναπέ!

-Αχ! Κλώντη τι θα κάνουμε με σένα;

Κάτι ακόμα που έμαθε η Βάσια μαζί του ήταν πόση προσπάθεια χρειάζεται για να το μάθει να μη λερώνει μέσα στο σπίτι και να τους το λέει όποτε χρειαζόταν με το δικό του τρόπο πηγαίνοντας στη πόρτα και ξύνοντας την με τα ποδαράκια του. Άραγε τα ίδια τράβηξε η μαμά της και από αυτήν ; Δεν τολμούσε να την ρωτήσει.. Έπρεπε συνέχεια να προσέχει το κουτάβι να μη φάει κάτι που δεν πρέπει όπως τότε που κατάπιε το μικρό κλαμεράκι που της έβαλε η γιαγιά στα μαλλάκια της στο κεφάλι για να μη μπαίνουν μέσα στα μάτια της γιατί ξέχασα να σας πω ότι η Κλώντη είναι ένα μικρό Γιόρκσαιρ που δεν θα μεγάλωνε πολύ με πολύ πλούσια μαλλιά, κάτι σαν την σφουγγαρίστρα της μαμάς της! Μία άλλη φορά έπεσαν στα δοντάκια της οι κλωστές που κεντούσε η γιαγιά και όταν το ανακάλυψαν ήταν πλέον αργά, είχαν γίνει ένα κουβάρι μόνο που είχαν και τη Κλώντη μέσα και έπρεπε να τις κόψει με το ψαλίδι για να την ελευθερώσει από αυτές!-Αχ! Τι ζημιές έκανες πάλι είπε απελπισμένη η γιαγιά, και έκανε πως τη κυνηγούσε με την παντόφλα όμως εκείνη πρόλαβε να κρυφτεί σε μια γωνιά και γάβγιζε κουνώντας την ουρίτσα της, δεν κατάλαβε ότι έκανε ζημιά, γι’ αυτήν ήταν ένα ακόμα παιχνίδι!

-Τώρα καταλαβαίνεις Βάσια πόση φροντίδα έχει ένα ζωάκι μέσα στο σπίτι; Όταν θέλουμε να πάρουμε ένα για παρέα πρέπει να το σκεφτούμε πολύ γιατί είμαστε πλέον υπεύθυνοι γι’ αυτό όπως μια μητέρα για το παιδί της!

Το πρωί η Βάσια ξύπνησε για το σχολείο και είδε ότι η Κλώντη κοιμόταν στα πόδια της και μόλις την είδε που ξύπνησε… άρχισε το πανηγύρι. Έκανε μισή ώρα να βρει τις κάλτσες της και μόλις έβαλε τη μία της άρπαξε την άλλη!

-Κλώντη κάτσε φρόνιμα, φώναξε η Βάσια και το σκυλάκι κρεμότανε από το μπατζάκι του παντελονιού της. Μέχρι να βάλει μέσα το σάντουιτς που της ετοίμασε η γιαγιά, η Κλώντη είχε βρει τη κασετίνα της και μασουλούσε το μολύβι της.

-Πω-πω! Πόσο άταχτη είναι γιαγιά, θα χάσω το σχολικό κλαψούρισε η Βάσια, η γιαγιά γελώντας πήρε στην αγκαλιά της τη μαλλιαρή μπαλίτσα και της τράβηξε τρυφερά το αυτάκι.

-Φρόνιμα Κλώντη, φρόνιμα ..η Βάσια πρέπει να φύγει τώρα για το σχολείο, μα μη στεναχωριέσαι θα έρθει σύντομα για να παίξετε ξανά γιατί είμαι σίγουρη ότι θα γίνετε αχώριστοι φίλοι εσείς οι δύο!

Τετάρτη, Ιουλίου 23, 2008

Ο Χορός των Μυστικών της Ελ. Τσαμαδού / Εκδόσεις Ψυχογιός


Το βιβλίο αυτό αποτελεί αναμφισβήτητα την πρότασή μου για αυτό το καλοκαίρι. Το καλύτερο μυθιστόρημα που διάβασα τα τελευταία χρόνια.

Τα προηγούμενα βιβλία της ίδιας, εξίσου αριστουργηματικά, Η ΕΤΑΙΡΑ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ και ΟΙ ΘΕΟΙ ΠΕΘΑΝΑΝ ΣΤΗ ΡΩΜΗ , αλλά στον Χορό των Μυστικών η Ελένη Τσαμαδού ξεπέρασε τον εαυτό της!
Πρόκειται για ένα εξαιρετικό βιβλίο, ένα αριστούργημα. Καθαρό δείγμα λογοτεχνίας, σπάνιο για τις μέρες μας. Η ίδια η συγγραφέας αναφέρει στον πρόλογό της πως δεν πρόκειται για ιστορικό μυθιστόρημα, αλλά δε θα συμφωνήσω. Έμαθα τόσα πολλά για την ιστορία της χώρας μας μέσα από αυτό το βιβλίο, όσα δεν είχα μάθει στα θρανία του σχολείου!
Πραγματικά νιώθει κανείς "φτωχός" να κάνει κριτική στο βιβλίο αυτό της Ελένης Τσαμαδού. Μόνο ως αναγνώστρια μπορώ να καταθέσω τη συγκίνηση και το δέος που μου προκάλεσε η ανάγνωσή του. Ένα έργο αληθινό έπος, πλούσιο σε ιστορικά στοιχεία, δεμένα με εξαιρετικό τρόπο μεταξύ τους και με τον μύθο ταυτόχρονα. Άριστη η πλοκή, άριστος κι ο τρόπος γραφής.
Διαβάζοντας κάθε σελίδα του, νιώθεις τον θαυμασμό για την δημιουργό του. Καταφέρνει να μεταφέρει τον αναγνώστη της στην εποχή που περιγράφει, να τον κάνει να νιώσει πως ζει εκεί, μαζί με τους ήρωές της. Πλούσιο σε λαογραφικά στοιχεία, εντυπωσιακό στη χρήση της γλώσσας, όπως αυτή εξελίσεται στην πορεία των χρόνων που ξετυλίγονται.
Το βιβλίο καλύπτει μια χρονική περίοδο από το 1880 ως το 2004 και πρωταγωνιστούν σε αυτό τέσσερις γενιές γυναικών. Η καθεμιά με την προσωπικότητά της, αφήνει το στίγμα της μέσα στην ψυχή μας. Η Ανέζω, η Σοφούλα η Τζούλη και τέλος η Αναστασία, που φτάνει ως την σύγχρονη εποχή να δώσει τις απαντήσεις και την κάθαρση που λαχταρούμε, έχοντας ζήσει κι εμείς μαζί με αυτές όλο το δράμα της ζωής τους.
Τα σκηνικά είναι πολλά κι αυτό δίνει στο βιβλίο ένα εξαιρετικό ενδιαφέρον. Μεγάλο μέρος του έργου είναι αφιερωμένο στους μετανάστες της Αμερικής, όπου η συγγραφέας μας μεταφέρει την αγωνία, τα όνειρα και τον τρόπο που έστησαν οι Έλληνες την ζωή τους εκεί, μέσα από την ιστορία του Γιώργη και της Σοφούλας. Οι περιγραφές του κάθε τόπου είναι εκπληκτικές, νιώθεις πραγματικά πως πέρασες από κει εσύ ο ίδιος!
Σκεφτείτε πόσο δύσκολο είναι να περιγράψεις με τέτοια ακρίβεια και ρεαλιστικότητα την κάθε εποχή, από το 1880 και κάθε δεκαετία από κει και πέρα μέχρι τον πόλεμο του 40, αλλά και μεταπολεμικά. Τα ρούχα τους, τις συνήθειες του κάθε τόπου, τον τρόπο που μιλούσαν οι άνθρωποι, τα ήθη και τα έθιμά τους - διαφορετικά στην Ελλάδα και διαφορετικά στην Αμερική. Είναι πραγματικός άθλος κι η Ελένη Τσαμαδού τον εκπλήρωσε με απόλυτη επιτυχία.
Όμως πέρα από τη λογοτεχνική γλώσσα και τον πλούτο των ιστορικών και λαογραφικών στοιχείων, που σίγουρα εντυπωσιάζουν, η πλοκή της ιστορίας είναι εξίσου συγκλονιστική. Η περιγραφή των χαρακτήρων είναι άριστη κι η εμβάθυνση στην ψυχοσύνθεσή τους εντυπωσιακή. Έχοντας διαβάσει το βιβλίο, νιώθω ότι τους γνώρισα αυτούς τους ανθρώπους, τους συνάντησα, τους αγάπησα ή και τους μίσησα (όπως την Πιπίτσα για παράδειγμα).
Το τέλος της ιστορίας είναι συγκλονιστικό. Δάκρυσα από συγκίνηση, ένιωσα ν'ανατριχιάζω ως τα βάθη της καρδιάς μου.
Δε θέλω να πω περισσότερα λόγια. Ο Χορός των Μυστικών είναι από τα βιβλία που κλείνοντάς το, το κράτησα πάνω μου με τα μάτια κλειστά και ξαναέζησα όλη την ιστορία με το μυαλό μου. Μια ιστορία που, από τότε που το διάβασα, είναι αδύνατον να πάψω να σκέφτομαι...
Το να πω "συγχαρητήρια" στην κυρία Τσαμαδού, είναι πολύ λίγο. Θα πω μόνο πως υποκλίνομαι στο συγγραφικό της ταλέντο, το οποίο αποτελεί πρότυπο για μας τους νεότερους.
Μην το χάσετε αυτό το βιβλίο! Θα σας συναρπάσει!

Δευτέρα, Ιουλίου 14, 2008

Καμιά πατρίδα για τους μελλοθανάτους.

Καμιά ελπίδα να ξαναδώ Κοεν. Προσπαθούσα να θυμηθώ τι μου έλεγε το όνομα των σκηνοθετών και ανέσυρα από κάπου από την μνήμη την ταινία Φάργκο. Την είδατε; Αν σας άρεσε δέστε και αυτή αν όχι μην κάνετε τον κόπο. Είναι μια ταινία χωρίς αρχή και τέλος και ενδιάμεσα να σκοτώνονται όλοι οι ήρωες. Ενώ περιμένεις πως και τι να δεις την αναμέτρηση των 2 ηρώων στο τέλος βλέπεις τον ένα από τους αυτούς κάγκελο και αναρωτιέσαι έχασα επεισόδιο; Η Αμερική φημίζεται για τι ιδιόμορφο χιούμορ της και το απέδειξε για άλλη μια φόρα βραβεύοντας την συγκεκριμένη ταινία. Το μόνο θετικό την είδα σε Θερινό με παρεείτσα και μπυρίτσα. Αν τον Χειμώνα θέλετε να διώξετε ανεπιθύμητους επισκέπτες την συνιστώ ανεπιφύλακτα.

Τετάρτη, Ιουλίου 09, 2008

Street Art by Julian Beever



Πρώτη καταχώρηση ,για να δούμε, πως θα ταξιδέψουμε. Αναλαμβάνω λίγη από την εικονογράφηση του βιβλίου τότε. Τι λέτε για ένα είδος τέχνης που ονομάζετε ,όπως θα ξέρετε οι περισσότεροι, « Street Art ».



Ας μιλήσουμε για αληθινούς γραφίστες τότε του δρόμου . Τώρα ο Julian Beever δεν θα τον κατέτασσα σε γραφίστα, η ζωγράφο, μηχανολόγο αρχιτέκτονα, αλλά σε ένα σπάνιο ταλαντούχο άνθρωπο. Η φήμη του έχει αγγίξει Αγγλία ,Γαλλία ,Αμερική ,Ιταλία ,Ιαπωνία και βάλε. Οι διαφημιστικές εταιρίες καθώς και οι μεγιστάνες του κόσμου τον αγαπούν και τον τρέχουν ξοπίσω για να τους χαρίσει ένα κομμάτι από την δουλειά του.



Σε μια ερώτηση που του έγινε, αν νιώθει ιδιαιτέρα χαρούμενος για αυτήν την διασημότητα του απάντησε. “Ο κόσμος δεν βλέπει την μικρή υπογραφή μου ,αλλά τα έργα.” Η δημοσιογράφος ξανά ρωτά, “δηλαδή τι εννοείτε με αυτό ;” “Να σας το μεταφράσω, δηλαδή σημασία δεν έχει ο δημιουργός ,αλλά το δημιούργημα του.”


Όσο για τα έργα του Julian Beever, μην φοβηθείτε είναι όλα επίπεδα. Σκεφτείτε να περπατάτε στο πεζοδρόμιο και μια μεγάλη τρύπα σε αυτό να είναι κάτω από τα πόδια σας. Οφθαλμαπάτη! Ο ίδιος το διασκεδάζει πάρα πολύ που μάλλον θα το καταλάβατε και από τα κλιπ .


Ο ίδιος βέβαια δηλώνει ένας απλός ζωγράφος της κιμωλίας. Το υλικό που χρησιμοποιεί είναι τεράστια “No oil pastels” .Δηλαδή παστέλ που δεν εμπεριέχουν λαδί .Με άλλα λόγια ναι επεξεργασμένες κιμωλίες.



Προσωπικά σας παρακινώ να δοκιμάσετε το υλικό. Δεν είναι καθόλου ακριβό ένα μικρό σετ από αυτά. Το δούλεψα και ‘ γω σε κόλλες, το πολύ Α3 φυσικά. Ενώνετε εύκολα με ένα ξυρό σφουγγαράκι ,ή με τα δάχτυλα σας Και στο τέλος με μια λάκα μαλλιών μπορείτε να το περάσετε έτσι ώστε να στερεοποιηθεί.

Τρίτη, Ιουλίου 08, 2008

Η παρέα μεγαλώνει.

Να καλώς ορίσω στην παρέα τον φίλο σιδερά από την Κύπρο. Καλλιτεχνική φύση φτιάχνει εκπληκτικά πράγματα που αξίζει να τα δείτε. Καλώς ήρθες φίλε να έχουμε ένα καλό καλοκαίρι – χωρίς άλλα κλεισμένα blog.

Τρίτη, Ιουλίου 01, 2008

Ένα παραμυθάκι για να κοιμηθείτε καλά το βράδυ παρά τη ζέστη!


ΤΟ ΨΑΡΑΚΙ ΠΟΥ ΗΘΕΛΕ ΝΑ ΖΗΣΕΙ

ΣΤΗ ΞΗΡΑ

Ήταν ένα πανέμορφο πολύχρωμο ψαράκι ο Ριγούλης , τον ονόμασαν έτσι οι γονείς του γιατί γεννήθηκε με μία ρίγα γκριζόμαυρη στη ράχη που δεν την είχε κανένα από τα αδέλφια του ούτε οι γονείς του. Βέβαια ένα γέρικο ψάρι τους είπε ότι ένας προπάππους τους που είχε έρθει από τα βαθιά νερά είχε αυτή τη ρίγα όμως τι τους ενδιέφερε αυτό, το γεγονός ήταν ένα , για τους γονείς του και για όλους ήταν διαφορετικό, ξεχωριστό, το έδειχναν καθώς κολυμπούσε ανάμεσα στις ανεμώνες και περίμεναν από αυτό ίσως κάτι περισσότερο να κάνει!

Πράγματι όμως ήταν ξεχωριστό γιατί αυτό το ψαράκι αγαπούσε να κολυμπά στην επιφάνεια της θάλασσας, να βγάζει το κεφαλάκι του έξω από το νερό και να χαζεύει τη ξηρά όσο μπορούσε να κρατήσει την αναπνοή του γιατί ήταν δυστυχώς γι’ αυτόν ..ψαράκι και ανέπνεε μόνο μέσα στο νερό, ζούσε μόνο μέσα σ’ αυτό. Κανείς δεν μπορούσε να καταλάβει τη λαχτάρα του αυτή !

-Πρόσεχε μικρό μου, έλεγε η μαμά του, υπάρχει κίνδυνος να σε ψαρέψουν με ένα μεταλλικό πράγμα που το έλεγαν αγκίστρι και που αυτό σημαίνει το θάνατο σου .

-Οι άνθρωποι που ζουν στη ξηρά το μόνο που θέλουν από εσένα είναι να σε δουν ..τηγανιτό !

Όμως ότι και να του έλεγαν εκείνο ένοιωθε να το τραβά σαν μαγνήτης εκείνο το βραχάκι , η ξηρά, εκεί όπου έσκαγε με δύναμη το κύμα όταν η θάλασσα θύμωνε, εκεί όπου καθόντουσαν μερικές φορές παιδάκια και παίζανε πετώντας πέτρες στη θάλασσα κι αυτός έπαιζε κατά κάποιο τρόπο μαζί τους βουτώντας και ακολουθώντας τη πετρούλα μέχρι που αυτή ακουμπούσε στο βυθό.

Ώσπου μία ηλιόλουστη μέρα που βρέθηκε πάλι στο βραχάκι ένα παιδάκι παρατήρησε το μικρό ψαράκι που έβγαζε το κεφαλάκι του έξω από το νερό και έμοιαζε να τον κοιτάει.. Στην αρχή του φάνηκε σύμπτωση και μάλιστα όταν το είπε στους γονείς του εκείνοι χαμογέλασαν. Άρχισε να του πετά μικρά ελαφριά αντικείμενα και το έβλεπε να τα πλησιάζει και να τα σπρώχνει .

-Αυτό το ψαράκι παίζει μαζί μου, είπε το αγοράκι και χτύπησε τα χέρια του με χαρά!

Από τότε ένας παράξενος δεσμός άρχισε να υπάρχει ανάμεσα στο Ριγούλη και τον Ανδρέα, έτσι το έλεγαν το αγοράκι που αγαπούσε πάρα πολύ το νερό και κάθε μέρα έτρεχε σ’ αυτό το βραχάκι για να τσαλαβουτήσει τα πόδια του στο νερό , να μαζέψει κοχυλάκια και να πετάξει πετρούλες στο νερό προσπαθώντας να τις στείλει όσο το δυνατόν πιο μακριά.

Ήταν δηλαδή ένα ψαράκι που ήθελε να περπατά στη ξηρά και ένα παιδάκι που θα ήθελε να κολυμπά και να αναπνέει μέσα στο νερό σαν αυτό το όμορφο ψαράκι! Αν ήξεραν πόσο ζήλευε το ένα το άλλο , πόσο λαχταρούσαν ν’ αλλάξουν θέση και κόσμους!

Μια μέρα ο Ανδρέας κρέμασε τα πόδια του από την άκρη του βράχου μέσα στο νερό και άρχισε να τα κουνά πέρα δώθε κάνοντας μικρά κυματάκια στην επιφάνεια της θάλασσας και ξαφνικά ένοιωσε ανεπαίσθητα τσιμπήματα στις πατούσες του, ήταν ο Ρηγούλης που είχε πλησιάσει όλο και πιο κοντά.

-Με τσιμπάς; Εσύ είσαι λοιπόν; ρώτησε ο Ανδρέας, πρώτη φορά με πλησιάζει ένα ψαράκι τόσο κοντά , τι όμορφο που είσαι και τι ωραία κολυμπάς, εγώ χρειάζομαι ακόμα μπρατσάκια για να κολυμπήσω!

-Θέλω να έρθω κοντά σου, είπε το ψαράκι, θέλω να μπορέσω να περπατήσω επάνω σ’ αυτό το βράχο και να παίξω μαζί σου!

-Πόσο θα ήθελα να κολυμπούσα σαν κι εσένα, να πάω στο βάθος της θάλασσας να δω τη γοργόνα που μου διηγήθηκε ο παππούς μου, να ψάξω για το δαχτυλίδι που έχασε η μαμά μου στο νερό και να βρω κοχύλια μεγάλα , μαγικά..!

-Θέλω να έχω χέρια αντί πτερύγια για να πιάσω κι εγώ πετρούλες να τις πετάξω σαν κι εσένα ,θέλω να πηδήξω όπως πηδάς κι εσύ στα βράχια, είπε το ψαράκι και ενώ είχε φθάσει τόσο κοντά στο βράχο πήδηξε ψηλά πολύ στον αέρα και βρέθηκε στα πόδια του Ανδρέα που τα έχασε καθώς το είδε να σπαρταρά μπροστά του προσπαθώντας να πάρει ανάσα!

-Στάσου να σε πιάσω, στάσου ψαράκι, φώναξε ο Ανδρέας και άρπαξε απαλά το ψαράκι στις μικρές του χούφτες, αχ! Μη πεθάνεις, θα σε σώσω, γύρνα στο σπίτι σου εκεί που ανήκεις, μα καθώς έκανε γρήγορες κινήσεις επάνω στα βράχια το παιδάκι έχασε την ισορροπία του και έπεσε στο νερό μαζί με το ψαράκι! Ένοιωσε να βυθίζεται μέσα στη θάλασσα και να του κόβεται η ανάσα, το ψαράκι κολυμπούσε γύρω του σαν τρελό.

-Κολύμπα, κούνα τα χέρια σου και τα πόδια σου, εσύ μπορείς να το κάνεις , το έχω δει σε κείνους που κολυμπούν, κράτα την ανάσα σου και κολύμπα, κολύμπα.. μπορεί να μη γίνεις ψάρι όμως μπορείς να κολυμπήσεις!

Πραγματικά ο Ανδρέας λες και άκουγε αυτά που του έλεγε μπόρεσε κουνώντας ρυθμικά τα πόδια και τα χέρια του να σταθεί στην επιφάνεια της θάλασσας, άρπαξε με τα χέρια του το βράχο και ανέβηκε με λίγη προσπάθεια σ’ αυτόν.

-Όσο και να το θέλω δεν μπορώ να ζήσω στη ξηρά σου, είπε λυπημένα το ψαράκι ανήκω στο δικό μου κόσμο που είναι αλήθεια πολύ όμορφος!

-Λυπάμαι ψαράκι, θα ήθελα να κολυμπώ μαζί σου στο βυθό της θάλασσας μα δεν μπορώ, νοιώθω πιο ασφαλής στη ξηρά, άραγε με καταλαβαίνεις τι σου λέω;

Το ψαράκι ερχόταν όλο και πιο αργά στο βραχάκι, απεφάσισε ότι η θάλασσα είχε πολλά μέρη για να εξερευνήσει κι ο Ανδρέας δεν είπε σε κανένα για την ..βουτιά του στη θάλασσα άλλωστε είχε τόσες κρυψώνες στο βουνό του χωριού να γνωρίσει! Το καλοκαίρι κόντευε να τελειώσει και σε λίγο θα άρχιζε το σχολείο.

Ο Ρηγούλης έγινε ένα μεγάλο ψάρι και έφυγε στα βαθιά νερά … έκανε οικογένεια, έγινε δυνατός και κάποιες φορές ανέβαινε στην επιφάνεια της θάλασσας να δει από μακριά τη στεργειά ! Ήταν όμως πάντα περήφανος για τον υδάτινο κόσμο του και για τον εαυτό του, γιατί οι δικοί του είχαν δίκιο, ήταν ξεχωριστός!

ΤΕΛΟΣ

Πέμπτη, Ιουνίου 26, 2008

Η Νεραΐδούλα των αστεριών!

Η ΝΕΡΑΙΔΟΥΛΑ ΤΩΝ ΑΣΤΕΡΙΩΝ

Η Ροζένια ήταν μία μικρή ροζ νεραιδούλα που ζούσε σε ένα λαμπερό αστεράκι τρεις δρόμους πιο πέρα από το φεγγαράκι! Ευτυχώς που ήταν κι αυτό

και τα βράδια που δεν είχαν ύπνο οι δυό τους καθόντουσαν και τα λέγανε, βλέπετε η Ροζένια δεν είχε αδέλφια και αισθανότανε πολύ μόνη..

-τι κάνεις Φεγγαράκι μου σήμερα;

-καλά Ροζένια μου, λέω να πάω να φέξω λίγο τη Γη γιατί υπάρχουν κάποιοι που δουλεύουν τη νύχτα και υπάρχει φόβος να πέσουν και να χτυπήσουν, λυπάμαι που δεν θα κάτσω να σου κάνω παρέα μα αυτή είναι η δουλειά μου! Όμως αύριο θα έρθουν οι φίλοι μου τα σύννεφα και θα έχω λιγότερη!

Πως βαριόταν η Ροζένια, έκανε λίγη κούνια με το μικρό συννεφάκι, μετά τσουλήθρα με την ουρά του περαστικού κομήτη, μίλησε στο τηλέφωνο με τη φίλη της τη Γαλαζούλα από το πιο πέρα αστεράκι…και μετά πάλι βαριόταν…πόσο μεγάλη ήταν η νύχτα!

Ξαφνικά είδε να περνά δίπλα της ένα όμορφο άσπρο μπαλόνι δεμένο με μία κλωστή που στην άκρη του είχε ένα τυλιγμένο χαρτάκι! Η Ροζένια το έπιασε προσεκτικά και ένοιωσε τη καρδιά της να χτυπά δυνατά, τι να ήταν πάλι αυτό;

Το ξεδίπλωσε και άρχισε να το διαβάζει, μικρά και μεγάλα γραμματάκια ανάκατα γραμμένα από κάποιο παιδικό σίγουρα χεράκι:

-Αγαπημένο μου αγγελάκι, με λένε Αθηνά και σου γράφω αυτό το γράμμα γιατί είμαι πολύ δυστυχισμένη από τότε που οι γονείς μου έφεραν στο σπίτι ένα καινούργιο μωρό! Πριν έρθει όλοι μου έλεγαν ότι θα παίζω μαζί του όμως τώρα δεν με αφήνουν ούτε να το αλλάξω ρούχα, ούτε να το πλύνω και να το χτενίσω όπως κάνω με τη κούκλα μου! Τότε γιατί το φέρανε; Γιατί μου είπαν ψέματα ότι το έκαναν για μένα ,για να έχω παρέα; Νομίζω ότι δεν με αγαπούν πια όπως παλιά.. όλοι ασχολούνται μαζί του, του φέρνουν δώρα μου λένε να κάνω ησυχία για να κοιμηθεί και η μαμά μου τώρα είναι πολύ κουρασμένη για να παίξει μαζί μου, να μου διαβάσει παραμύθι όπως έκανε παλιά! Τι να κάνω αγγελάκι μου; Μήπως μπορείς να το πάρεις πίσω;

Σε φιλώ

Αθηνά

Η Ροζένια αναστατώθηκε μ’αυτό το γραμματάκι, η βαριεμάρα της χάθηκε, αυτό το μπαλόνι ξαφνικά της άλλαξε τη ζωή. Έπρεπε να απαντήσει σ’ αυτό το κοριτσάκι και μάλιστα γρήγορα. Πήρε ένα φύλλο χαρτιού από τη μαμά της και καθισμένη στο συννεφάκι της άρχισε να γράφει:

-Αγαπημένη μου Αθηνά ,με λένε Ροζένια και μένω στο τρίτο αστέρι μετά το φεγγαράκι. Πόσο χάρηκα που πήρα το γράμμα σου, το διάβασα με προσοχή και θα σου πω τη συμβουλή μου. Δεν ξέρεις πόσο τυχερή είσαι που έχεις αδελφάκι, εγώ δεν έχω και είμαι τόσο μόνη. Ξέρω ότι τώρα όλοι ασχολούνται μαζί του όμως δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς, κάποιος πρέπει να το φροντίζει, να το ταΐζει και να το προφυλάξει γιατί είναι πολύ ευαίσθητο όπως ήσουν κι εσύ σαν μωρό. Είμαι σίγουρη ότι μόλις μεγαλώσει λίγο η μαμά σου θα χαίρεται να ασχολείσαι μόνον εσύ μαζί του κι εσύ θα βαρεθείς να το φροντίζεις. Σκέψου θα είσαι πάντα η μεγάλη αδελφή, θα παίρνεις εσύ τις αποφάσεις κι αυτός πάντα θα σε ρωτά. Πόσο τυχερή είσαι Αθηνούλα!

Σε φιλώ

Ροζένια

Η Ροζένια έκλεισε το γραμματάκι της και περίμενε το φίλο της τον κομήτη να περάσει.

-Ε! φίλε, πάρε αυτό το γραμματάκι και καθώς θα περνάς δώσε το στο Φεγγαράκι να το στείλει με μια ακτίνα του στη φίλη μου την Αθηνά, σίγουρα ξέρει ποιο είναι το παράθυρο της .Ευχαριστώ!

Έτσι η Ροζένια άρχισε να έχει μια καινούργια , διαφορετική φίλη, τα μπαλόνια και οι κομήτες πήγαιναν κι ερχόντουσαν, το Φεγγαράκι διασκέδαζε να χτυπά γλυκά το παράθυρο της Αθηνάς τα βράδια και να αφήνει τα γραμματάκια και η μαμά της Αθηνάς αναρωτιόταν τι έκανε η κόρη της τόσα μπαλόνια ! Κάποτε ήρθε ένα γραμματάκι της Αθηνάς πολύ διαφορετικό.

Αγαπημένη μου Ροζένια

Σήμερα η μαμά με παρακάλεσε να ταΐσω εγώ την αδελφή μου και όταν είδε ότι τα κατάφερα μου είπε ότι αν θέλω μπορώ να το κάνω κάθε μέρα!

Σε φιλώ

Αθηνά

Από τότε τα γραμματάκια άρχισαν να λιγοστεύουν και κάθε φορά που ερχόταν κάποιο έγραφε για τις ώρες που περνούσε με την αδελφή της , για τα πρώτα τους παιχνίδια. Η Ροζένια καταλάβαινε ότι θα έχανε τη φιλενάδα της , όμως μεγάλωνε κι εκείνη και ήξερε πως οι μέρες της Αθηνάς ήταν πια γεμάτες από ασχολίες και είχε πια τη καλύτερη παρέα , ένα αδελφάκι!

Πέρασε πολύ καιρός μέχρι κάποιο βράδυ ήρθε ένα ακόμα μπαλόνι που στο σχοινάκι του είχε καρφιτσωμένη μία φωτογραφία με δύο κοριτσάκια, ένα μικρό και ένα μεγαλύτερο και στην άκρη της ήταν γραμμένη μία λέξη με κόκκινη μελάνη: ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ

Η Ροζένια κόλλησε τη φωτογραφία στο συννεφάκι της που κοιμότανε και αφού πρώτα χαιρέτησε τους φίλους της το Φεγγαράκι και τον κομήτη , χασμουρήθηκε , σκέφτηκε ότι αύριο έπρεπε να κάνει ένα τηλεφώνημα στη φίλη της

στο διπλανό αστέρι ,είχαν καιρό να τα πούνε .. έπειτα κοιμήθηκε γλυκά!

ΤΕΛΟΣ